μολπός

μολπός
μολπός, ὁ (Α)
στον πληθ. οἱ μολποί
συντεχνία, θίασος μουσικών στη Μίλητο, σωματείο αοιδών ή μουσουργών
2. (κατά τον Ησύχ.) «ᾠδός, ὑμνῳδός, ποιητής».
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μολπ-, που εμφανίζει την ετεροιωμένη βαθμίδα molp- τού ΙΕ τύπου *mel-p- (πρβλ. μέλπω) + κατάλ. -ός, πρβλ. αοιδ-ός].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • MOLSUS — Graece μόλπος, demus Atticae, apud Hesychium, Μόλπος, ὀ δῆμος Α᾿ιολεῖς. Ubi Αἰολίδις Vir eruditus legi vult, et pro Atticae populo haberi. Sed cum nulla fuerit Aeolis tribus, Hesychium Aeolidis gentem hâc voce denotare voluisse, sentit Iac.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ηδύμολπος — η, ο αυτός που τραγουδάει ή ψάλλει γλυκά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηδυ * + μολπος (< μέλπω «ψάλλω, τραγουδώ»), πρβλ. εύ μολπος] …   Dictionary of Greek

  • λιγύμολπος — λιγύμολπος, ον (Α) αυτός που ψάλλει δυνατά και καθαρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιγύς «οξύς, δυνατός» + μολπος (< μολπή «άσμα»), πρβλ. οξύ μολπος] …   Dictionary of Greek

  • μέλπω — (ΑM μέλπω) 1. εξυμνώ κάποιον με άσματα («μέλποντες Ἑκάεργον», Ομ. Ιλ.) 2. τραγουδώ, άδω, ψάλλω (α. «είς τών δύο φρουρούντων μονομμάτων έμελπε κλέφτικον άσμα», Παπαδ. β. «καταγλαϊζόμένος καὶ μέλπων γηθόμενος», Μηναί.) αρχ. 1. μέσ. μέλπομαι α)… …   Dictionary of Greek

  • οξύμολπος — ὀξύμολπος, ον (Α) αυτός που τραγουδά δυνατά και καθαρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ * + μολπος (< μέλπω, ομαι «τραγουδώ»), πρβλ. λιγύ μολπος] …   Dictionary of Greek

  • πολύμολπος — ον, Α πολυμελπής*. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + μολπος (< μέλπω «τραγουδώ»), πρβλ. λιγύ μολπος] …   Dictionary of Greek

  • σύμμολπος — ον, Α (ποιητ. τ.) 1. αυτός που τραγουδά μαζί με κάποιον άλλο 2. (στον πληθ. ως κύριο όν.) οἱ Σύμμολποι ένωση αοιδών από τη Θήρα η οποία είχε και θρησκευτικό χαρακτήρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + μολπος (< μολπή «τραγούδι, μέλος»), πρβλ. ἀντί… …   Dictionary of Greek

  • φιλησίμολπος — ον, Α (ποιητ. τ.) φιλόμολπος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. τού τύπου τερψίμβροτος < θ. φιλησι τού φιλῶ (πρβλ. φίλησις) + μολπος (< μολπή), πρβλ. ἐρασί μολπος] …   Dictionary of Greek

  • φιλόμολπος — ον, Α (ποιητ. τ.) αυτός που τού αρέσουν τα τραγούδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + μολπος (< μέλπω «τραγουδώ»), πρβλ. ἀναξί μολπος] …   Dictionary of Greek

  • ЕВМОЛП —    • Eumolpus,          Ευμολπος, переселившийся в Элевсин фракиец, воин, жрец Деметры и певец, сын Посейдона и Хионы, дочери Борея. Он помогал элевсинцам в войне с афинянами, в которой Эрехфей убил как его, так и сыновей его Форбанта и… …   Реальный словарь классических древностей

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”